μεγαλόσταχυς
μεγαλόσταχυς, with large spikes
μεγᾰλό-στᾰχυς, υ,
- with large spikes, νάρδος Dsc. 1.7, cf. Thphr. HP 8.4.3.
μεγαλό·σταχυς, υς, υ [ᾰᾰ] à larges épis, Diosc. 1, 6.
Étym. μ. στάχυς.
μεγαλόσταχυς, υος, großährig, Diosc.