μεγαλοστάφυλος Save LSJ Pape μεγᾰλο-στάφῠλος [στᾰ], ον, gloss on ἐριστάφυλος, Sch. D Od. 9.358. μεγαλοστάφυλος, großtraubig, Erkl. von ἐριστάφυλος, Schol. Od. 9.358.