Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μειωτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μειρακεύομαι
μειρακίδιον
μειρακιεία
μειρακιεξαπάτης
μειρακιεύομαι
μειρακίζομαι
μειρακικός
μειράκιον
μειρακιόομαι
μειρακίσκη
μειρακίσκιον
μειρακίσκος
μειρακιώδης
μειρακιωδία
μειρακιωδῶς
Μειρακοφίλη
μειρακυλλίδιον
μειρακύλλιον
μεῖραξ
μείρομαι
μείς
μεῖστος
μεῖχμα
μείωμα
μείων
μειώνυμος
μείωσις
μειωτέον
μειώτης
μειωτικός
μειωτικῶς
μειωτός
μελαγ
μελάγγαιος
μελάγγειος
μελάγγεως
μελάγγληνος
μελαγγραφής
μελάγγυιος
μελάγκαρπος
μελάγκερος
μελάγκερως
μελαγκευθής
μελάγκολπος
μελαγκόμης
μελάγκορος
μελαγκορυφίζω
μελαγκόρυφος
μελάγκουρος
μελάγκραινος
μελαγκράϊνος
μελάγκραιρα
μελαγκράνινος
μελαγκράνιος
μελαγκρανίς
μελάγκρανις
μελαγκρήδεμνος
μελαγκρήπις
Μελαγκρίδας
μελάγκροκος
μελάγκωπος
…
μειωτικῶς
Save
Bailly 2024
μειωτικῶς,
adv.
de manière à faire diminuer,
Sext.
M.
3, 42 ;
DL.
7, 53
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}