μειρακυλλίδιον Save Bailly 2024 Pape μειρακυλλίδιον, ου (τὸ) [ᾰῐδ] dim. du suiv. Lib. 4, 884. μειρακυλλίδιον, τό, dim. zu μειρακύλλιον, Liban.