μειρακιόομαι
μειρακιόομαι, become a μειράκιον, reach puberty
μειρᾰκῐ-όομαι,
- = μειρακιεύομαι II, X. Lac. 3.1, Ph. 1.531, Ael. VH 12.1.
μειρακιόομαι-οῦμαι [ᾰ] devenir adolescent, Xén. Lac. 3, 2 ; El. V.H. 12, 1.
Étym. μεῖραξ.
μειρακιόομαι, zum μειράκιον werden, heranwachsen ; Xen. Lac. 3.2 ; Ael. V.H. 12.1.
μειρακιόομαι,
Dep., = μειρακίζομαι, Xen.