Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μειρακιωδία
μειρακιωδία, boyishness
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεῖξαι
μεῖξις
μεῖον
μειονεκτέω
μειονέκτημα
μειονέκτης
μειονεκτικός
μειονεξία
μειόνως
μειοπυρεξία
μειότερος
μειότης
μειουρία
μειουρίζω
μείουρος
μειόφρων
μειόω
μειρακεύομαι
μειρακίδιον
μειρακιεία
μειρακιεξαπάτης
μειρακιεύομαι
μειρακίζομαι
μειρακικός
μειράκιον
μειρακιόομαι
μειρακίσκη
μειρακίσκιον
μειρακίσκος
μειρακιώδης
μειρακιωδία
μειρακιωδῶς
Μειρακοφίλη
μειρακυλλίδιον
μειρακύλλιον
μεῖραξ
μείρομαι
μείς
μεῖστος
μεῖχμα
μείωμα
μείων
μειώνυμος
μείωσις
μειωτέον
μειώτης
μειωτικός
μειωτικῶς
μειωτός
μελαγ
μελάγγαιος
μελάγγειος
μελάγγεως
μελάγγληνος
μελαγγραφής
μελάγγυιος
μελάγκαρπος
μελάγκερος
μελάγκερως
μελαγκευθής
μελάγκολπος
…
μειρακιωδία
Save
μειρακιωδία, boyishness
LSJ
μειρᾰκῐωδ-ία, ἡ,
boyishness,
Theognost.
Can.
26.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}