μελανόχλωρος
μελᾰνό-χλωρος, ον,
- = μελάγχλωρος, Procl. Par.Ptol. 204.
μελανό·χλωρος, ος, ον [ᾰ] d’un jaune noir, Polém. 185 ; Procl. Ptol. p. 204.
Étym. μ. χλωρός.
μελανόχλωρος, schwärzlich blaß, Procl.