μελανόφυλλος
μελᾰνό-φυλλος, ον,
- = μελάμφυλλος, ἴων πτερά Chaerem. 14.13.
μελανό·φυλλος, ος, ον [ᾰ] aux feuilles noires ou sombres, Chærém. (Ath. 608c).
Étym. μ. φύλλον.
μελανόφυλλος, = μελάμφυλλος, schwarzblätterig, ἴων τε μελανόφυλλα συγκλῶσαι πτερά Chaerem. bei Ath. XIII.608c.