μεταχειριστέος
μεταχειριστέος, to be treated
μεταχειρ-ιστέος, α, ον,
- to be treated, τρίψεσι Philostr. Gym. 50.
- II -τέον, one must take in hand, treat, ἀμπέλους Gp. 7.18 tit., cf. Philum. ap. Aët. 9.25: metaph., Arist. Rh.Al. 1445b36.