μεταχειρισμός
μεταχειρ-ισμός, ὁ,
- = foreg., τῆς κριθῆς Corn. ND 28; [καταπλάσματος] Lycus ap. Orib. 9.25.5.
μεταχειρισμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Corn. 209.
μεταχειρισμός, ὁ, = μεταχείρισις, Sp.