μετακολουθέω Save μετακολουθέω, pursue LSJ Bailly 2024 μετᾰκολουθέω, pursue, τῇ σοφίᾳ Iamb. VP 18.83. μετ·ακολουθέω-ῶ [ᾰ] c. ἀκολουθέω, Jambl. V. Pyth. 178.