μετακομιστέος
μετακομιστέος, to betransported
μετακομ-ιστέος, α, ον,
- to be transported, Plu. QConv. 2.710f.
μετακομιστέος, α, ον, vb. de μετακομίζω, Plut. M. 710e.
μετακομιστέος, to betransported