μετακλείω
μετακλείω, call by a new name
μετα-κλείω,
- call by a new name, A.R. 2.296:—also μετα-κλῄζω, poet. aor. μετακλήϊσσαν Euph. 176.
μετα·κλείω, appeler d’un autre nom, A. Rh. 2, 296.
μετακλείω, = μετακλεΐζω, Στροφάδας δὲ μετακλείουσʼ ἄνθρωποι, Ap.Rh. 2.296.