μετάκλητος
μετάκλητος, summoned
μετά-κλητος, ον,
- summoned, A.D. Synt. 144.11, Hld. 9.26, Agath. 1.20.
μετάκλητος, ος, ον, appelé, mandé, Hld. 9, 26.
Étym. μετακαλέω.
μετάκλητος, summoned