μετοικικός
μετοικικός, consisting of μέτοικοι, ιn the condition of a μέτοικος
μετοικ-ικός, ή, όν,
- consisting of μέτοικοι, Hyp. Fr. 149; in the condition of a μ., ἄνθρωπος Plu. Alc. 5; συντελεῖν εἰς τὸ μ., v.l. for μετοίκιον, Luc. Bis Acc. 9.
- II metaph., having a part in, τινος Id. Lex. 25.
μετοικικός, ή, όν :
1 qui jouit du droit de cité comme les métèques, Luc. Lex. 25 ||
2 étranger domicilié, Plut. Alc. 5.
Étym. μέτοικος.
μετοικικός, ή, όν, zum μέτοικος gehörig, μετοικικὸν ἄνθρωπον = μέτοικον, Plut. Alc. 5 ; ἐς τὸ μετοικικὸν συντελεῖν, d.i. zu den Schutzverwandten gehören, Luc. bis accus. 9 ; μετοικικῆς συμμορίας ταμίας, Hyperid. bei Poll. 8.144.
μετοικικός, ή, όν
- in the condition of a μέτοικος, Plut.: — τὸ μ. the list of μέτοικοι, Luc.