μετοίκισις
μετοίκισις, removal
μετοίκ-ισις, εως, ἡ,
- removal, pl., μ. καὶ μεταναστάσεις Olymp. in Mete. 115.28.
μετοίκισις, εως (ἡ) [ῐσ] c. le suiv. DS. 14 fin.
Étym. argum.
μετοίκισις, ἡ, = μετοικισμός (?).