Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μετοξύ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετοικεσία
μετοικέσιον
μετοικέτης
μετοικέω
μετοίκησις
μετοικία
μετοικίζω
μετοικικός
μετοίκιον
μετοίκιος
μετοίκισις
μετοικισμός
μετοικιστέον
μετοικιστής
μετοικοδομέω
μετοικοδόμος
μετοικονομέω
μέτοικος
μετοικοφύλαξ
μετοιστέον
μετοίσω
μετοίχομαι
μετοιωνίζομαι
μετοκλάζω
μετοκωχή
μετολισθαίνω
μετόν
μετονομάζω
μετονομασία
μετόνυχον
μετοξύ
μετόπη
μετόπιν
μέτοπις
μετόπισθε
μετόπισθεν
μέτοποι
μετοπώρα
μετοπωρίζω
μετοπωρινός
μετόπωρον
μετόπωρος
μετορμιζ
μετορμίζομαι
μετορμίζω
μετόρχιον
μετοσσέω
Μετοῦλος
μετουσία
μετουσιαστικός
μετούσιος
μετουσῶ
μετοχέτευσις
μετοχετεύω
μετοχή
μετοχικός
μετοχικῶς
μετόχλησις
μετοχλίζω
μετοχμάζω
μέτοχος
…
μετοξύ
Save
LSJ
μετοξύ, v. μεταξύ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}