μηκεδανός
μηκεδανός, long
μηκεδᾰνός, ή, όν, (μῆκος)
- long, AP 11.345, Nonn. D. 9.260, al.
μηκεδανός, ή, όν [ᾰ] long, Anth. 11, 345 ; Syn. 329b.
Étym. μῆκος.
μηκεδανός, (μῆκος, vgl. μακεδνός), lang ; Pallads. (XI.345); Nonn.
μηκεδανός
μηκεδᾰνός, ή, όν
μῆκος
- long, Anth.