μηκή Save LSJ Pape μηκ-ή, ἡ, = μηκασμός, μ. ἐλάφου Ael. NA 7.46, cf. Sch. Il. 4.435, Sch. Od. 9.124. μηκή, ἡ, = μηκασμός, Scholl. Od. 9.124.