μῆχαρ
μῆχαρ, τό,
- = μῆχος, A. Pr. 606, Ag. 199, Supp. 394, 594 (all lyr.), Lyc. 568.
μῆχαρ (τὸ) indécl. expédient, remède, Eschl. Pr. 606, Suppl. 394, etc.
Étym. cf. μῆχος.
μῆχαρ, τό, = μῆχος, χείματος ἄλλο μῆχαρ, Aesch. Ag. 192, vgl. Suppl. 589.
μῆχαρ, τό,
= μῆχος, Aesch.