μιμηλίζω Save Bailly 2024 Pape μιμηλίζω [μῑ] c. le préc. Phil. 1, 610. Étym. cf. μορφάζω et μορφίζω. μιμηλίζω, [μῑ], = μιμηλάζω, Sp., wie Philo.