μιμαυλέω Save μιμαυλέω, to be a μίμαυλος LSJ Pape μῑμ-αυλέω, to be a μίμαυλος, Hsch. μιμαυλέω, [ῑ], ein μίμαυλος sein, Hesych. erkl. μιμεῖσθαι, ὑποκρίνεσθαι.