μιμήτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape μῑμ-ήτωρ, ορος, ὁ, poet. for μιμητής, Man. 4.75. μιμήτωρ, ορος (ὁ) [ῑ] c. μιμητής, Man. 4, 75. μιμήτωρ, [ῑ], ορος, ὁ, poet. = μιμητής, Man. 4.75.