μισθωμάτιον Save LSJ Bailly 2024 Pape μισθ-ωμάτιον, τό, Dim. of foreg., Alciphr. 1.36 (pl.). μισθωμάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] Alciphr. 1, 36, 37. Étym. dim. du préc. μισθωμάτιον, τό, dim. zu μίσθωμα, Alciphr. 1.36.