μισογέλως
μισογέλως, laughter-hating
μῑσο-γέλως, ὁ, ἡ,
- laughter-hating, Alex.Aet. 7.
μισογέλως, [ῑ], ωτος, das Lachen hassend, Alex.Aetol. bei Gell. N.A. 15.20.
μισογέλως, laughter-hating