μολίβεος
μολίβεος-οῦς, έα-ῆ, εον-οῦν [ῐ] de plomb, DS. 2, 10.
Étym. μόλιβος.
μολίβεος, zsgg. μολιβοῦς, bleiern ; μολιβῆ σφαῖρα, S.Emp. adv.phys. 2.160 ; μολιβᾶς στέγας, DS. 2.10 ; εἰς μολιβῆν κεραμίδα, Ath. XIV.621a, wo noch die schlechtere Schreibung μολυβῆν steht.