μολεῖν
μολεῖν, aor. 2 inf. of βλώσκω (q. v.); hence a late pres. μολέω, Sch. Od. 17.219, etc.
μολεῖν, inf. de l’ao. 2 ἔμολον, v. βλώσκω.
μολεῖν, aor.2 zu βλώσκω, welches für μλώσκω steht, wie auch das perf. μέμβλωκα (s. παραβ.) für μέμλωκα lautet, fut. μολοῦμαι, – gehen, kommen, πρὶν δωδεκάτη μόλῃ ἠώς, Il. 24.781 ; δεῦρο μολόντες, Od. 3.44, öfter ; auch von Schiffen, δεῦρο μολοῦσαι, Il. 15.720 ; δὴ γὰρ μέμβλωκε μάλιστα ἦμαρ, der Tag ist schon weit vorgerückt, Od. 17.190 ; oft bei Pind., ἐν ναυσὶ μόλον παρʼ αἰτναῖον ξένον, P. 3.68, μόλεν ἐς ἀνδρῶν ὅμιλον, P. 10.45, ὀπίσω οἴκαδε μόλοι, N. 3.60, auch σπλάγχνων ὕπο ματέρος ἐς αἴγλαν μόλεν, 1.36 ; vgl. Eur. Phoen. 1591 ; der aor. häufig bei den Tragg., in vielfältigen, die Uebersetzung des Wortes modifizierenden Bedeutungen ; εἰς ᾍδην, Aesch. Prom. 1030 ; auch mit dem bloßen accus., γῆν μολόντες Ἑλλάδα, ins griechische Land, Pers. 795 ; u. übertr., οὐπώποτʼ ηὔχουν ξένους μολεῖσθαι λόγους ἐς ἀκοὰν ἐμάν, Prom. 691 ; τἀνδρὸς ἀντίον μολεῖν, Soph. Tr. 782, der auch das fut. hat, O.C. 1739 ; das partic. aor. steht in lebhafter Beschreibung einer Handlung oft für uns scheinbar pleonastisch, σοί φασιν αὐτὸν ἐς λόγους ἐλθεῖν, μολόντʼ αἰτεῖν ἀπελθεῖν τε, 1166 ; νῦν μʼ ἐπίσκεψαι μολών, komm und besuche mich, Aj. 841 ; vgl. noch Phil. 330 ; auch übertr., διὰ σάρκα ἐμὰν ἔλεος ἔμολε ματρός, Eur. Phoen. 1294 ; διὰ μάχης μολεῖν τινι, I.A. 1392 ; διʼ ἔχθρας τῷδε καὶ φόνου μολών, Or. 449 (vgl. διά); εἰς ὕποπτα μὴ μόλοις ἐμοί, El. 345 ; er hat auch das perf., πολεμίων μεμβλωκότων, Rhes. 629 ; Ar. Lys. 984, wo ein Lazedämonier spricht, vgl. Plut. Apophth. Lac. p. 206 ; oft in Anth.; selten in att. Prosa, μόλωσι, Xen. An. 7.1.33 ; Pol. 30.9.5.
Bei Christodor. ecphr. 128 steht auch μολοῦντος.
Bei Christodor. ecphr. 128 steht auch μολοῦντος.
μολεῑν (aor. 2, (ἔ)μολον, (ἔ)μολεν, μόλον; μόλῃ; μόλοι; μολών, -όντα, -όντων, -όντας; μολεῖν.)
- 1have gone, come abs., Ἀσώπιχον ἀείδων ἔμολον O. 14.18 ὅσσοι μόλον αὐτοφύτων ἑλκέων ξυνάονες P. 3.47 ἐξ Ἀπόλλωνος δὲ φορμιγκτὰς ἀοιδᾶν πατὴρ ἔμολεν P. 4.177 σὺν Ἑλένᾳ γὰρ μόλον P. 5.83 τύχᾳ τε μολών (sc. ἐκράτησε) N. 10.25 c. local adv., ὅπως σφίσι μὴ κοίρανος ὀπίσω πάλιν οἴκαδʼ Μέμνων μόλοι N. 3.63 met., πρὶν ὀδυνηρὰ γήραος ς[ μ]ολεῖν (ς[χεδὸν G-H: ς[ταθμὰ Wil.) Pae. 1.1 c. prep., καί κεν ἐν ναυσὶν μόλον Ἀρέθοισαν ἐπὶ κράναν P. 3.68 Ζεὺς ἐπʼ Ἀλκμήναν Δανάαν τε μολὼν N. 10.11 οὐδὲ μολόντων παρὰ ματέρʼ ἀμφὶ γέλως γλυκὺς ὦρσεν χάριν P. 8.85 παρὰ μέγαν ὀμφαλὸν εὐρυκόλπου μόλεν χθονός (Hermann: ἔμολε(ν) codd., Didymus: ἔμολον Σγρ) N. 7.34 παρὰ Κασταλίᾳ καὶ παρʼ εὐδένδρῳ μολὼν ὄχθῳ Κρόνου κάλλιον ἂν δηριώντων ἐνόστησʼ ἀντιπάλων N. 11.25 εὖτʼ ἂν αἰπεινῶν ἀπὸ σταθμῶν ἐς εὐδείελον χθόνα μόλῃ P. 4.77 θρασείᾳ δὲ πνέων καρδίᾳ μόλεν Δανάας ποτὲ παῖς ἐς ἀνδρῶν μακάρων ὅμιλον P. 10.45 ἐπεὶ σπλάγχνων ὕπο ματέρος αὐτίκα θαητὰν ἐς αἴγλαν παῖς Διὸς μόλεν N. 1.36 σὺν Χάρισιν δʼ ἔμολον Λάμπωνος υἱοῖς τάνδʼ ἐς εὔνομον πόλιν I. 5.21 “ἀλλά μιν ποταμῷ σχεδὸν μολόντα φύρσει βαιοῖς σὺν ἔντεσιν ποτὶ πολὺν στρατόν Pae. 2.73 c. acc., Τεύθραντος πεδίον μολὼν ἔστα O. 9.71 met., καρπὸς ἐλαίας ἔμολεν Ἥρας τὸν εὐάνορα λαὸν N. 10.36 [ἔμολον secl. Boeckh ut glossema fr. 75. 12] fragg., ]ποντʼ ἔμολον[ Δ. 1. 19. ]ναι μολόντας[ fr. 140a. 52 (26). ἔμολε[.]αι παῖδα[ fr. 169. 41.
μολεῖν : see βλώσκω.