Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μόλησις
μόλησις, coming
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοιχεύω
μοιχή
μοιχιαῖος
μοιχίδιος
μοιχικός
μοίχιος
μοιχίς
μοιχογέννητος
μοιχοκτόνος
μοιχολέτης
μοιχόληπτα
μοιχοληπτία
μοιχόληπτος
μοιχός
μοιχοσύνη
μοιχότροπος
μοιχοτύπη
μοιχώδης
μοκκώνωσις
μοκλός
μοκρότου
μόκρων
μολάχη
μολβίς
μόλγης
μόλγινος
μολγός
μολεῖν
μολεύω
μολέω
μόλησις
μόλθακος
μολιβαχθής
μολιβδ
μολίβδαινα
μολιβδαῖος
μολιβδαχθής
μολίβδεος
μολιβδεργός
μολιβδικός
μολίβδινος
μολίβδιον
μολιβδίς
μολιβδοειδής
μόλιβδος
μολιβδουργός
μολιβδοχοέω
μολιβδόχρους
μολιβδόχρως
μολιβδόω
μολιβδώδης
μολίβεος
μολιβίδιον
μολίβινος
μολίβιον
μολιβοειδής
μολιβόομαι
μόλιβος
μολιβοσφιγγής
μολιβουργός
μολιβοῦς
…
μόλησις
Save
μόλησις, coming
LSJ
μόλησις, εως, ἡ, (μολεῖν)
coming,
Apollon.
Lex.
s.v. μολίονε.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}