μονόπτωτος
μονόπτωτος, with but one case
μονό-πτωτος, ον,
- with but one case, A.D. Synt. 29.1, Porph. in Cat. 62.4.
μονό·πτωτος, ος, ον, qui n’a qu’un cas, t. de gramm. Gramm. (Cram. 1, 354) ; Drac. 113, 11.
Étym. μ. πίπτω.
μονόπτωτος, mit einem Falle od. Casus, Gramm.