μονοστελέχης
μονοστελέχης, with one stalk
μονο-στελέχης, ες,
- with one stalk or stem, Thphr. HP 1.3.1, al.
μονο·στελέχης, ης, ες, qui n’a qu’une tige, Th. H.P. 1, 9, 1.
Étym. μ. στέλεχος.
μονοστελέχης, ες, mit einem Stamme, Theophr.