Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονορρήξ
μονορρήξ, torn off
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονοπάτωρ
μονοπέδιλος
μονοπείρας
μονόπελμος
μονόπεπλος
μονόπηρος
μονόπλευρος
μονόπλοια
μονοποδία
μονοποδιαῖος
μονοπόδιον
μονόποιος
μονόπους
μονοπραγματέω
μονοπροσωπέω
μονοπρόσωπος
μονοπροσώπως
μονόπτερος
μονοπτύχιος
μονόπτυχος
μονόπτωτος
μονοπύθμενος
μονοπύργιον
μονοπωλεῖον
μονοπωλέω
μονοπώλης
μονοπωλία
μονοπώλιον
μονόπωλος
μονόρηξ
μονορρήξ
μονόρριζος
μονόρρυθμος
μονορύχης
μόνορχις
μόνος
μονοσάνδαλος
μονόσεπτος
μονοσήμαντος
μονοσίδηρος
μονοσίλλη
μονόσιρος
μονοσιτέω
μονοσιτία
μονόσιτος
μονοσκελής
μονόσκηπτρος
μονόσκορδον
μονοσταλής
μονόστεγος
μονοστελέχης
μονοστέλεχος
μονόστεος
μονοστέφανος
μονοστιβής
μονόστιχος
μονόστοιχος
μονόστολος
μονόστομος
μονοστόρθυγξ
μονοστροβής
…
μονορρήξ
Save
μονορρήξ, torn off
LSJ
-<ρ>ρήξ, ῆγος, ὁ, ἡ,
torn off,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}