Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μονοούσιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μονομαχία
μονομαχικός
μονομάχιον
μονομάχος
μονόμαχος
μονομαχοτροφεῖον
μονομαχοτρόφος
μονομελής
μονομέρεια
μονομερής
μονόμετρος
μονόμηλον
μονομήτωρ
μονόμισσα
μονόμιτος
μονόμματος
μονομοιρία
μονομοιριαῖος
μονόμοιρος
μονόμοσχος
μονόμφαλος
μόνον
μονοναύτης
μονονού
μονονούκ
μονονουχί
μονονυχί
μονόξοος
μονόξυλον
μονόξυλος
μονοούσιος
μονοπάθεια
μονόπαις
μονοπάλη
μονοπάλης
μονοπάτιον
μονοπάτωρ
μονοπέδιλος
μονοπείρας
μονόπελμος
μονόπεπλος
μονόπηρος
μονόπλευρος
μονόπλοια
μονοποδία
μονοποδιαῖος
μονοπόδιον
μονόποιος
μονόπους
μονοπραγματέω
μονοπροσωπέω
μονοπρόσωπος
μονοπροσώπως
μονόπτερος
μονοπτύχιος
μονόπτυχος
μονόπτωτος
μονοπύθμενος
μονοπύργιον
μονοπωλεῖον
μονοπωλέω
…
μονοούσιος
Save
Pape
μονοούσιος
,
von einem einzigen Wesen, ein Wesen einzig in seiner Art
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}