ναυτοπαίδιον
ναυτοπαίδιον, sailor boy
ναυτο-παίδιον, τό,
- sailor boy, Hp. Epid. 2.1.12.
ναυτο·παίδιον, ου (τὸ) petit mousse, Hpc. 1009h.
ναυτοπαίδιον, τό, Schifferknäbchen, -kindchen, Hippocr.
ναυτοπαίδιον, sailor boy