ναυταρίδιον Save Bailly 2024 Pape ναυταρίδιον, ου (τὸ) [ᾰῐδ] pauvre petit mousse, Naz. 2, 14a. Étym. ναύτης. ναυταρίδιον, τό, dim. zu ναύτης, Greg.Naz.