νοτιώδης
νοτιώδης, moist
νοτ-ιώδης, ες,
- = νοτώδης, moist, Alex.Aphr. Pr. 2.13; φαντασία Gal. 17(1).874.
νοτιώδης, ης, ες, humide, Hpc. 308, 23 ; A. Aphr. Probl. 2, 13.
Étym. νότιος, -ωδης.
νοτιώδης, ες, feucht, naß, Hippocr. u. Sp.