νυκτιπόλευτος Save LSJ Bailly 2024 Pape νυκτῐ-πόλευτος, ον, = sq., Orph. H. 79.7. νυκτι·πόλευτος, ος, ον [ῐ] c. le suiv. Orph. H. 77, 7. νυκτιπόλευτος, = νυκτιπόλος ; Orph. H. 77.7 ; Ap.Rh. 4.329.