About Report a problem

Menu

νυκτιπλανής

νυκτῐ-πλᾰνής, ές,
  • = sq., νυκτιπλανῆ τελέθουσαν Opp. C. 3.268 (vv. ll. νυκτιπλανῆτιν τ. (sic), νυκτιπλάνητον ἐοῦσαν).

Saved

Recent