νυκτίπλανος
νυκτίπλανος, roaming by night
νυκτῐ-πλᾰνος, ον,
- roaming by night, Orac. ap. Luc. Alex. 54.
νυκτί·πλανος, ος, ον [ᾰ] c. νυκτίπλαγκτος, Luc. Alex. 54.
νυκτίπλανος, = νυκτίπλαγκτος, Luc. Alex. 54, νυκτιπλάνοις ὀάροις χαίρει.
νυκτίπλανος
νυκτί-πλᾰνος, ον,
- roaming by night, Luc.