νυκτικλέπτης
νυκτικλέπτης, thief of the night
νυκτῐ-κλέπτης, ου, ὁ,
- thief of the night, AP 11.176 (Lucill.).
νυκτι·κλέπτης, ου (ὁ) voleur de nuit, Anth. 11, 176.
Étym. ν. κλέπτης ; cf. νυκτοκλέπτης.
νυκτικλέπτης, ὁ, der Dieb bei Nacht, Philp. 41 (XI.176).
νυκτικλέπτης
νυκτι-κλέπτης, ου, ὁ,
- thief of the night, Anth.