Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
οὐρανίζω
οὐρανίζω, reach to heaven
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
οὔποθε
οὔποθι
οὔποκα
οὔποτε
οὕποψ
οὔπω
οὐπώποτε
οὔπως
οὐρά
οὖρα
οὐραγέω
οὐραγία
οὐράγιος
οὐραγός
οὐραγωγός
οὐράδιον
οὐράδιος
οὐραία
οὐραίη
οὐραῖος
οὐρακός
οὐράνη
Οὐρανία
οὐρανία
οὐρανιάζω
Οὐρανιάς
οὐρανίαφι
Οὐρανίδας
Οὐρανίδης
οὐρανίζομαι
οὐρανίζω
οὐράνιον
Οὐράνιον ὄρος
οὐράνιος
Οὐράνιος
οὐρανίς
οὐρανίσκος
Οὐρανίων
οὐρανίων
Οὐρανιῶναι
Οὐρανίωνες
οὐρανίωνες
οὐρανοβάμων
οὐρανοβατέω
οὐρανογνώμων
οὐρανογραφία
οὐρανόδεικτος
οὐρανοδρομέω
οὐρανοδρόμος
οὐρανοειδής
οὐρανόεις
οὐρανόθεν
οὐρανοθεσία
οὐρανόθι
οὐρανοκάτοικος
οὐρανοκευθμωνοδίαιτος
οὐρανοκλῖμαξ
οὐρανολέσχης
οὐρανομάκης
οὐρανομέτρης
οὐρανομήκης
…
οὐρανίζω
Save
οὐρανίζω, reach to heaven
LSJ
οὐρᾰν-ίζω or
οὐρᾰν-ίζομαι
,
reach to heaven,
A.
Fr.
436.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}