οὐρανίς Save LSJ Bailly 2024 Middle Liddell οὐραν-ίς, ίδος, ἡ, = fem. of οὐράνιος, τελετά AP 15.5. οὐρανίς, ίδος [ᾰῐδ] adj. f. c. οὐράνιος, Anth. 15, 5, 4. οὐρανίς οὐρᾰνίς, ίδος, ἡ, pecul. fem. of οὐράνιος, Anth.