Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Οὐράνιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
οὕποψ
οὔπω
οὐπώποτε
οὔπως
οὐρά
οὖρα
οὐραγέω
οὐραγία
οὐράγιος
οὐραγός
οὐραγωγός
οὐράδιον
οὐράδιος
οὐραία
οὐραίη
οὐραῖος
οὐρακός
οὐράνη
Οὐρανία
οὐρανία
οὐρανιάζω
Οὐρανιάς
οὐρανίαφι
Οὐρανίδας
Οὐρανίδης
οὐρανίζομαι
οὐρανίζω
οὐράνιον
Οὐράνιον ὄρος
οὐράνιος
Οὐράνιος
οὐρανίς
οὐρανίσκος
Οὐρανίων
οὐρανίων
Οὐρανιῶναι
Οὐρανίωνες
οὐρανίωνες
οὐρανοβάμων
οὐρανοβατέω
οὐρανογνώμων
οὐρανογραφία
οὐρανόδεικτος
οὐρανοδρομέω
οὐρανοδρόμος
οὐρανοειδής
οὐρανόεις
οὐρανόθεν
οὐρανοθεσία
οὐρανόθι
οὐρανοκάτοικος
οὐρανοκευθμωνοδίαιτος
οὐρανοκλῖμαξ
οὐρανολέσχης
οὐρανομάκης
οὐρανομέτρης
οὐρανομήκης
οὐρανομίμητος
οὐρανόνικος
οὐρανόπαις
οὐρανοπετής
…
Οὐράνιος
Save
Bailly 2024
Οὐράνιος,
ου
(
ὁ
) [
ᾰ
] Ouranios,
h.
Anth.
15, 49,
etc.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}