οὐρεσιδρόμος Save Bailly 2024 Pape οὐρεσι·δρόμος, poét. c. ὀρεσιδρόμος, Eur. Bacch. 986 conj. οὐρεσιδρόμος, p. = ὀρειδρόμος, μαινάδες, Eur. Bacch. 983.