Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
οὐρανόφι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
οὐρανοθεσία
οὐρανόθι
οὐρανοκάτοικος
οὐρανοκευθμωνοδίαιτος
οὐρανοκλῖμαξ
οὐρανολέσχης
οὐρανομάκης
οὐρανομέτρης
οὐρανομήκης
οὐρανομίμητος
οὐρανόνικος
οὐρανόπαις
οὐρανοπετής
οὐρανόπλαγκτος
οὐρανοποιία
οὐρανοποιΐα
οὐρανόπολις
Οὐρανόπολις
οὐρανοπολίτης
οὐρανοπολῖτις
οὐρανόροφος
οὐρανός
Οὐρανός
οὐρανόσε
οὐρανοσκόπος
οὐρανοστεγής
οὐρανουσία
οὐρανοῦχος
οὐρανοφανής
οὐρανοφάντωρ
οὐρανόφι
οὐράνοφι
οὐρανοφοιτάω
οὐρανοφοίτης
οὐρανόφοιτος
οὐρανοφόρος
οὐρανόφρων
οὐρανοφύτευτος
οὐρανόφυτος
οὐρανόχροος
οὐρανοχρώματος
οὐρανόω
οὐράνωσις
οὖραξ
οὔραξ
οὐραχοειδής
οὐραχός
οὐρβανός
Οὐρβανός
οὑργάτης
οὔρεα
οὐρειβάτας
οὐρείθρεπτος
οὐρεῖον
οὔρειος
οὐρεοφοιτάς
οὐρεόφοιτος
οὐρεσιβώτας
οὐρεσιβώτης
οὐρεσιδρόμος
οὐρεσίοικος
…
οὐρανόφι
Save
LSJ
οὐρᾰνό-φι (
ν
) (parox.), Adv.
in heaven,
A.D.
Adv.
163.29.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}