πάλλω
πάλλω, to poise, shake, sway, leap, cast lots
- poise, sway a missile before it is thrown, τὸ μὲν [ἔγχος] οὐ δύνατʼ ἄλλος Ἀχαιῶν πάλλειν, ἀλλά μιν οἶος ἐπίστατο πῆλαι Ἀχιλλεύς Il. 16.142; [αἰχμήν], ἣν . . πάλλεν δεξιτερῇ 22.320; δοῦρε δύω . . πάλλων 3.19; χερμάδιον . . ὃ οὐ δύο γʼ ἄνδρε φέροιεν . ., ὁ δέ μιν ῥέα πάλλε καὶ οἶος 5.304; ἄκοντα, λόγχην π., Pi. N. 3.45, E. IT 824; κεραυνόν Ar. Av. 1714.
- 2 generally, sway, brandish, [σάκος] Hes. Sc. 321; ἰτύν, πέλτας, E. Ion 210 (lyr.), Ba. 783; toss a child, πῆλε χερσίν, of Hector and Astyanax, Il. 6.474, cf. E. Hec. 1158; Νὺξ ὄχημʼ ἔπαλλεν she drove it furiously, Id. Ion 1151.
- 3 κλήρους ἐν κυνέῃ χαλκήρεϊ πάλλον shook the lots together in a helmet, Il. 3.316, cf. Od. 10.206; πάλλεν shook the lots, Il. 3.324, 7.181; but στάντες δʼ ὅθʼ αὐτοὺς οἱ . . βραβῆς κλήροις ἔπηλαν καὶ κατέστησαν δίφρους ranged them by casting lots, S. El. 710:—Med., draw lots, ἔλαχον πολιὴν ἅλα παλλομένων I obtained the white sea when we cast lots, Il. 15.191; παλλόμενος κλήρῳ λάχον ἐνθάδʼ ἕπεσθαι 24.400, cf. Hdt. 3.128:—Pass., κλῆρος οὐκ ἐπάλλετο S. Ant. 396.
- II Pass., swing, dash oneself, ἐν ἄντυγι πάλτο tripped on the shield-rim, Il. 15.645; quiver, leap, esp. in fear, ἐν δʼ ἐμοὶ αὐτῇ στήθεσι πάλλεται ἦτορ 22.452; πέπαλταί μοι φίλον κέαρ A. Ch. 410; of the person, παλλομένη κραδίην Il. 22.461; δείματι παλλόμεναι, -οι, h.Cer. 293, Orac. ap. Hdt. 7.140, etc.; γόνυ πάλλεται γερόντων Ar. Ra. 345; of dying fish, quiver, leap, Hdt. 1.141, cf. 9.120; καὶ πέραν πόντοιο πάλλοντʼ αἰετοί fly quivering even beyond the sea, Pi. N. 5.21; vibrate, of strings, Pl. Phd. 94c (ψάλλοιτο ap. Stob.); σκιρτητικὸν καὶ παλλόμενον τὸ νέον (etym. of Παλλάς) Corn. ND 20, cf. Pl. Cra. 407a.
- III intr., leap, bound, E. El. 435, Ar. Lys. 1304 (lyr.); quiver, quake, φρένα δείματι πάλλων S. OT 153 (lyr.); dash along, of horses, E. El. 477 (lyr.).
1. act. met acc. zwaaien (met), schudden (met) (alg. van projectielen):
2. intrans., meestal med. snel bewegen, schudden (van een kloppend hart):
1) schwingen ; Hom. bes. von Waffen, δοῦρε Il. 3.19, ἔγχος, αἰχμήν u. ä.; σάκος Hes. Sc. 321 ; λίθον, schleudern, Il. 5.304 ; ἄκοντα, Pind. N. 3.43 ; δόρυ, λόγχην, Eur. Rhes. 374, I.T. 824 u. oft ; übh. leicht und schnell mit den Händen bewegen, so von Hektor, der seinen Sohn emporhebt, πῆλε χερσίν, Il. 6.474 ; νὺξ ὄχημʼ ἔπαλλεν, Eur. Ion 1151 ; κεραυνόν, Ar. Av. 1714 ; Plat. Crat. 407a erkl. τὸ αὑτὸν ἤ τι ἄλλο μετεωρίζειν πάλλειν τε καὶ πάλλεσθαι καλοῦμεν. – Med. sich schwingen, sich lebhaft, schnell bewegen ; ἐν ἄντυγι πάλτο, Il. 15.645, er prallte heftig an den Rand an ; στήθεσι πάλλεται ἦτορ ἀνὰ στόμα, das Herz schlägt oder springt vor Furcht, 22.452 ; παλλομένη κραδίην, ib. 461 ; bes. vor Furcht, δείματι πάλλεσθαι, H.h. Cer. 294, wie Or. bei Her. 7.140 ; χλωρῷ δείματι θυμὸν πάλλοντο, sie wurden geschüttelt, bebten vor Furcht, Aesch. Suppl. 562, vgl. 766 ; πέπαλται δʼ αὖτέ μοι φίλον κέαρ, Ch. 404, vgl. 517 ; γόνυ πάλλεται γερόντων, schlottert, Ar. Ran. 345 ; χαρὰν φλεγμονῆς δίκην παλλομένην, Plat. Ax. 368c ; Sp., μόλις ἐπαύετο παλλόμενος καὶ τρέμων ἐπὶ πολλῶν ἀγώνων, Plut. Cic. 35. – Vom Zappeln der Fische, Her. 1.141 ; mit ἀσπαίρω verbunden, 9.120. – In besonderer Vrbdg κλήρους πάλλειν ἐν κυνέῃ, die Lose im Helme schütteln, bis daß eins herausfliegt, dessen Besitzer dann das Los trifft, Il. 3.316, Od. 10.206 ; u. so allein πάλλειν, die Lose schwingen, losen, Il. 3.324, 7.181, 23.353 ; κλήροις ἔπηλαν αὐτούς, sie ordneten sie nach den geschwungenen Losen, Soph. El. 710. – Med. od. pass., ἔλαχον πολιὴν ἅλα παλλομένων, Il. 15.191, als gelost ward, wo man am einfachsten κλήρων ergänzt, als die Lose geschüttelt wurden ; vgl. Her. 3.128.
2) intr. πάλλω, wie das med. schwingen, sich heftig bewegen, zittern, beben ; ἵνʼ ὁ φίλαυλος πάλλε δελφίς, Eur. El. 435 ; von Pferden, 477 ; von Tanzenden, Ar. Lys. 1304 ; vgl. Soph. O.R. 153.
3 sing. aor. πῆλε Il. 6.474, Il. 16.117.
Infin. πῆλαι Il. 16.142, Il. 19.389.
3 sing. aor. pass. πάλτο Il. 15.645.
App. imp. pl. aor. mid. πεπάλασθε Il. 7.171.
Infin. πεπαλάσθαι Od. 9.331.
(For these two forms prob. πεπάλεσθε, πεπαλέσθαι should be read.)
(ἀνα-, ἐκ-)
- 1
To shake, poise, away, brandish, wield (a spear or missile) : δοῦρε δύω πάλλων Il. 3.19. Cf. Il. 5.304, Il. 16.117, 142, Il. 22.320, etc.
To dandle (a child) Il. 6.474.
- 2
In pass., to throb, vibrate, beat : πάλλεται ἦτορ Il. 22.452. Cf. Il. 22.461.
App., to be tripped up, trip : ἐν ἀσπίδος ἄντυγι πάλτο Il. 15.645.
- 3
To shake (lots) together : κλήρους ἐν κυνεῃ πάλλον (πάλλομεν) Il. 3.316=Il. 23.861 : Od. 10.206.
Absol., to shake the lots Il. 3.324, Il. 7.181, Il. 23.353.
- 4
In mid., to cast lots : κλήρῳ πεπάλασθε Il. 7.171, ἐγὼν ἔλαχον ἅλα παλλομένων
(partitive genit., of us when we cast lots) Il. 15.191, τῶν μέτα (with them) παλλόμενος κλήρῳ λάχον ... Il. 24.400. Cf. Od. 9.331.
- 1
- a shake χερσὶ θαμινὰ βραχυσίδαρον ἄκοντα πάλλων ἴσα τʼ ἀνέμοις (sc. Ἀχιλλεύς) N. 3.45
- b med. & pass., leap, swoop (cf. O. 13.72; Leumann, Hom. Wörter, 60f.) καὶ πέραν πόντοιο πάλλοντʼ αἰετοί N. 5.21 met., καὶ ἐς Αἰθίοπας Μέμνονος οὐκ ἀπονοστήσαντος ἔπαλτο (sc. ὄνυμʼ αὐτῶν: ἔπαλτο e Σ ἐπάλθη Schneidewin: ἐπᾶλτο ab ἐφάλλομαι ductum codd.) N. 6.50
- c in tmesis. ἀνὰ δʼ ἔπαλτʼ ὀρθῷ ποδί (v. ἀναπάλλω) O. 13.72
- Ito poise or sway a missile before it is thrown, Eur., Ar.
- 2to sway other arms, not missiles, σάκος Hes.; πέλτας Eur.:—then, to toss a child, Il.; Νὺξ ὄχημʼ ἔπαλλεν she drave it furiously, Eur.
- 3κλήρους ἐν κυνέηι πάλλον they shook the lots together in a helmet, till one leapt forth, Hom.: absol. to cast lots, Il.; ὅθʼ αὐτοὺς οἱ βραβεῖς κλήροις ἔπηλαν where the stewards ranged them by casting lots, Soph.:—Mid. to draw lots, ἔλαχον ἅλα παλλομένων I obtained the sea when we cast lots, Il.; so in Hdt., Soph.
- IIPass. to swing or dash oneself, ἐν ἄντυγι πάλτο he dashed himself upon the shield-rim, Il.: to quiver, leap, esp. in fear, πάλλεται ἦτορ Il.; also of the person, παλλομένη κραδίην Il.; of dying fish, to quiver, leap, Hdt.
- IIIintr., like the Pass., to leap, bound, Eur.: to quiver, Soph., Eur.
-
…δόρυ μείλινον ἄγχι παραστὰς πλῆξʼ ἄορι μεγάλῳ αἰχμῆς παρὰ καυλὸν ὄπισθεν, ἀντικρὺ δʼ ἀπάραξε · τὸ μὲν Τελαμώνιος Αἴας πῆλʼ αὔτως ἐν χειρὶ κόλον δόρυ, τῆλε δʼ ἀπʼ αὐτοῦ αἰχμὴ χαλκείη χαμάδις βόμβησε πεσοῦσα. γνῶ δʼ Αἴας κατὰ…
Homer, Iliad
-
…ὦρτο δʼ ἔπειτα βίη Τεύκροιο ἄνακτος, ἂν δʼ ἄρα Μηριόνης θεράπων ἐῢς Ἰδομενῆος. κλήρους δʼ ἐν κυνέῃ χαλκήρεϊ πάλλον ἑλόντες, Τεῦκρος δὲ πρῶτος κλήρῳ λάχεν · αὐτίκα δʼ ἰὸν ἧκεν ἐπικρατέως, οὐδʼ ἠπείλησεν ἄνακτι ἀρνῶν πρωτογόνων ῥέξειν…
Homer, Iliad
-
…, Τρωσὶν μὲν προμάχιζεν Ἀλέξανδρος θεοειδὴς παρδαλέην ὤμοισιν ἔχων καὶ καμπύλα τόξα καὶ ξίφος · αὐτὰρ δοῦρε δύω κεκορυθμένα χαλκῷ πάλλων Ἀργείων προκαλίζετο πάντας ἀρίστους ἀντίβιον μαχέσασθαι ἐν αἰνῇ δηϊοτῆτι. τὸν δʼ ὡς οὖν ἐνόησεν ἀρηΐφιλος Μενέλαος ἐρχόμενον προπάροιθεν ὁμίλου…
Homer, Iliad
-
…ὡς δὲ ψευσθῆναι τῆς ἐλπίδος, λαβεῖν ἀμφίβληστρον καὶ περιβαλεῖν τε πλῆθος πολλὸν τῶν ἰχθύων καὶ ἐξειρύσαι, ἰδόντα δὲ παλλομένους εἰπεῖν ἄρα αὐτὸν πρὸς τοὺς ἰχθῦς · παύεσθέ μοι ὀρχεόμενοι, ἐπεὶ οὐδʼ ἐμέο αὐλέοντος ἠθέλετε ἐκβαίνειν ὀρχεόμενοι. Κῦρος…
Herodotus, The Histories
-
…δεῦτε δύω μοι ἕπεσθον, ἴδωμʼ ὅτινʼ ἔργα τέτυκται. αἰδοίης ἑκυρῆς ὀπὸς ἔκλυον, ἐν δʼ ἐμοὶ αὐτῇ στήθεσι πάλλεται ἦτορ ἀνὰ στόμα, νέρθε δὲ γοῦνα πήγνυται · ἐγγὺς δή τι κακὸν Πριάμοιο τέκεσσιν. αἲ γὰρ ἀπʼ οὔατος…
Homer, Iliad
-
…ἀπονέοντο · Ἕκτωρ δὲ Πριάμοιο πάϊς καὶ δῖος Ὀδυσσεὺς χῶρον μὲν πρῶτον διεμέτρεον, αὐτὰρ ἔπειτα κλήρους ἐν κυνέῃ χαλκήρεϊ πάλλον ἑλόντες, ὁππότερος δὴ πρόσθεν ἀφείη χάλκεον ἔγχος. λαοὶ δʼ ἠρήσαντο, θεοῖσι δὲ χεῖρας ἀνέσχον, ὧδε δέ…
Homer, Iliad
-
…φθινομένων, ἴδεσθʼ Ἀτρειδᾶν τὰ λοίπʼ ἀμηχάνως ἔχοντα καὶ δωμάτων ἄτιμα. πᾷ τις τράποιτʼ ἄν, ὦ Ζεῦ ; πέπαλται δαὖτὲ μοι φίλον κέαρ τόνδε κλύουσαν οἶκτον καὶ τότε μὲν δύσελπις, σπλάγχνα δέ μοι κελαινοῦ ται πρὸς ἔπος κλυούσᾳ…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…δροσιζόμεναι · αἵ θʼ ὑπωρόφιοι κατὰ γωνίας εἱειειειλίσσετε δακτύλοις φάλαγγες ἱστότονα πηνίσματα, κερκίδος ἀοιδοῦ μελέτας, ἵνʼ ὁ φίλαυλος ἔπαλλε δελφὶς πρῴραις κυανεμβόλοις μαντεῖα καὶ σταδίους, οἰνάνθας γάνος ἀμπέλου, βότρυος ἕλικα παυσίπονον. περίβαλλʼ ὦ τέκνον ὠλένας .…
Aristophanes, Frogs
-
…οὐ μειλίσσετο θυμός · χειρότεραι γὰρ δή μιν ἔχον τροφοὶ ἠδὲ τιθῆναι. αἳ μὲν παννύχιαι κυδρὴν θεὸν ἱλάσκοντο δείματι παλλόμεναι, ἅμα δʼ ἠοῖ φαινομένηφιν εὐρυβίῃ Κελεῷ νημερτέα μυθήσαντο, ὡς ἐπέτελλε θεά, καλλιστέφανος Δημήτηρ. αὐτὰρ ὅ γʼ…
NA, Homeric Hymns
-
…δὲ μετʼ ἀμφοτέροισιν ὄπασσα · τῶν μὲν ἐγὼν ἦρχον, τῶν δʼ Εὐρύλοχος θεοειδής. κλήρους δʼ ἐν κυνέῃ χαλκήρεϊ πάλλομεν ὦκα · ἐκ δʼ ἔθορε κλῆρος μεγαλήτορος Εὐρυλόχοιο. βῆ δʼ ἰέναι, ἅμα τῷ γε δύω καὶ εἴκοσʼ ἑταῖροι…
Homer, Odyssey