πάτησις
πάτησις, treading
πάτ-ησις [ᾰ], εως, ἡ,
- treading of grapes, Corn. ND 30, PLond. 2.163.32 (i A. D.), Gp. 8.36.2.
πάτησις, εως (ἡ) [ᾰ] action de fouler, Geop. 8, 36, 2 (πατέω 2).
πάτησις, ἡ, = πατησμός, Geop.