πένταιχμος
πένταιχμος, five-pointed
πένταιχμος, ον,
- five-pointed, ποδῶν ἀκμαί AP 6.57 (Paul.Sil.).
πέντ·αιχμος, ος, ον, à cinq pointes, Anth. 6, 57.
Étym. π. αἰχμή.
πένταιχμος, fünfspitzig, ἀκμαὶ ποδῶν, fünfzehig, Paul.Sil. 47 (XI.57).
πένταιχμος
πέντ-αιχμος, ον,
αἰχμή
- five-pointed, Anth.