πεντακισμύριοι
πεντακισμύριοι, five times ten thousand
πεντᾰκισ-μύριοι [ῡ], αι, α,
- fifty thousand, Hdt. 7.103, Luc. Pisc. 20.
πεντακισ·μύριοι, αι, α [ᾰῡ] cinquante mille, Hdt. 7, 103 ; Luc. Pisc. 20.
Étym. πεντάκις, μ.
πεντακισμύριοι, fünfzigtausend, Her. 7.103 u. sonst.
πεντακισμύριοι
- five times ten thousand, 50, 000, Hdt.