πεντακέφαλος
πεντακέφαλος, with five heads
πεντᾰ-κέφᾰλος, ον,
- with five heads, φοῖνιξ Thphr. HP 2.6.9.
πεντακέφαλος, fünfköpfig (?).
πεντακέφαλος, with five heads