πενταθλητικός
πενταθλητικός, in the πένταθλον
πενταθλ-ητικός, ή, όν,
- in the πένταθλον, νίκη Sch. Pi. N. 7.9.
πενταθλητικός, ή, όν, zum πένταθλον gehörig, Schol. Pind. N. 7.9, wo die v.l. πενταθλιστική unrichtig ist.